αινόδρυπτος

αἰνόδρυπτος, -ον (στην κλητική αἰνόδρυπτε, λέξη τού Θεοφράστου για τις δούλες)
αυτός που χτυπήθηκε, που μαστιγώθηκε ή που γρατσουνίστηκε. Η γραφή αἰνόθρυπτε με την οποία άλλοι σχολιαστές διαβάζουν τον σχετικό στίχο τού Θεόφραστου μάς δίνει ωστόσο ως ερμήνευμα τής λέξης «μαλθακή, τεμπέλα» (βλ. και λ. αινόθρυπτος).
[ΕΤΥΜΟΛ. Αἰνόδρυπτος < αἰνὸς + *δρυπτὸς < δρύπτω «σπαράσσω, κατασχίζω». Το αἰνόθρυπτος παράγεται αντιστοίχως < αἰνὸς + θρυπτὸς < θρύπτω «κατακομματιάζω, θρυμματίζω» και «εκθηλύνω, εκλεπτύνω»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αἰνόδρυπτε — αἰνόδρυπτος terribly scarred masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αινόθρυπτος — αἰνόθρυπτος, ον (Α) τρυφερός, οκνηρός, αργοκίνητος, μαλθακός, τεμπέλης (για τα προβλήματα γραφής, σημασίας και ετυμολογίας τής λέξης βλ. αινόδρυπτος) …   Dictionary of Greek

  • αινός — I Ονομασία αρχαίων πόλεων. 1. Αρχαία πόλη της Θράκης (την αναφέρει ο Όμηρος) στις εκβολές του Έβρου, στην τουρκική σήμερα όχθη του. Φαίνεται πως πριν ακόμα από τη μυκηναϊκή εποχή είχε αποικιστεί από Αιολείς της κυρίως Ελλάδας και των νησιών. Τα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.